ἔκβρασμα

ἔκ-βρασμα, ατος, τό,
A thing cast up,

πόντου Com.Adesp.1218

; excretion, Dsc.5.92, Hippiatr.85.
II cutaneous eruption, Ruf. ap. Orib.8.24.30(pl.), cf.Critoap.Gal.12.448; scab, Sm. Le.13.6.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔκβρασμα — thing cast up neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έκβρασμα — το (AM ἔκβρασμα) το σύνολο τών στερεών ουσιών που ανέρχονται στην επιφάνεια υγρού όταν βράζει ή σχηματίζει δίνες αρχ. 1. έκκριση 2. εξάνθημα τού δέρματος …   Dictionary of Greek

  • έκβρασμα — το, ατος 1. οι στερεές ύλες που ανεβαίνουν στην επιφάνεια υγρού με κοχλασμό ή δίνη. 2. αυτό που αποβάλλεται από θάλασσα ή ποταμό στην ξηρά (ναυάγιο, πτώμα κτλ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐκβρασμάτων — ἔκβρασμα thing cast up neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκβράσματα — ἔκβρασμα thing cast up neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • INDICUM — apud Plin l. 35. c. 6. E liquidis coloribus, quos a dominis dari diximus (pingenti) propter magnitudinem pretii, ante omnes est prupurissum, e creta argentaria; Ab hoc maxima auctoritas Indico. Ex India venit, harundinum spumae adhaerescente limo …   Hofmann J. Lexicon universale

  • εκβρασμός — ἐκβρασμός, ο (Α) 1. το έκβρασμα 2. κλονισμός, σάλος …   Dictionary of Greek

  • παρέκβρασμα — άσματος, τὸ, Α μτφ. ακάθαρτος λόγος. [ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α) * + ἔκβρασμα] …   Dictionary of Greek

  • εκβρασμός — ο το έκβρασμα (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.